
Οστεοπαθητική βλάβη είναι ένας περιορισμός της κινητικότητας μιας άρθρωσης, ενός οργάνου, ενός ιστού. Στο οστικό επίπεδο είναι ένας περιορισμός της κινητικότητας που δίνει τα εξής προβλήματα: Ευαισθησία στους παρασπονδύλιους μύς, αδυναμία των μυών, η οποία προκαλεί έναν αντανακλαστικό σπασμό, φέρνει ανωμαλία νευροφυτική μακριά από την βλάβη, δίνει αγγειακά προβλήματα, αλλοιώνει τις σπλαχνικές λειτουργίες. Η οστεοπαθητική διάγνωση είναι κλινική και ψηλαφιστική.
Οι μέθοδοι διάγνωσης είναι (1) Τα τεστ κινητικότητας που του επιτρέπουν να ανακαλύψει το χάσιμο της κίνησης μιάς άρθρωσης. (2) Τα τεστ θέσεως λαμβάνοντας υπ’ όψιν πως μπλόκαρε ένας σπόνδυλος, έκανε κάμψη, έκανε έκταση, έκανε στροφή, ποια νεύρα και ιστούς πίεσε και προκάλεσε πόνους, μούδιασμα.
Μελέτη των απλών ακτινογραφιών που θα τον πληροφορήσουν σε τι κατάσταση βρίσκεται το οστικό και αρθρικό σύστημα του ασθενούς.
Μελέτη των αξονικών ή μαγνητικών τομογραφιών για να αποφευχθούν λάθη κατά την ώρα της θεραπείας. Όταν ο οστεοπαθητικός ξέρει σε πιο στάδιο βρίσκεται η δισκοκήλη, τότε επεμβαίνει άφοβα και το αποτέλεσμα είναι σίγουρα. Εάν η δισκοκήλη έχει φθάσει σε ένα στάδιο προχορημένο, τότε θα ξέρει που να τον οδηγήσει σωστά και ποια θεραπεία θα είναι εκείνη που πρέπει να εφαρμοστεί απο τους γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, χειρούργους κ.λ.π. η μελέτη αυτή επίσης θα τον βοηθήσει να διακρίνει εάν υπάρχουν παθήσεις μη αναστρέψιμες. όπως νεοπλασίες (καρκίνος) και φυσικά τις οποίες δεν επιτρέπεται να χειριστεί άλλος εκτός απο ειδικούς τέτοιων παθήσεων.





